ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΩΝ ΟΙΚΟΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ 

 

Στο κεφάλαιο αυτό γίνεται μια συνολική προσέγγιση στα οικοσυστήματα της περιοχής μελέτης και των βασικών τους στοιχείων (επί μέρους οικότοποι, βλάστηση, πανίδα, χλωρίδα). 

Στην περιοχή μελέτης, όπως και στην ευρύτερη περιοχή, διακρίνονται οι παρακάτω ζώνες βλάστησης, σύμφωνα με το Α΄ στάδιο της μελέτης που πραγματοποιήθηκε το 1997, με ευθύνη του Τμήματος Διαχείρισης Φυσικού Περιβάλλοντος, της Γενικής Διεύθυνσης Περιβάλλοντος του ΥΠΕΧΩΔΕ που βασίστηκε στην περιγραφή του Καθηγητή Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος του Α.Π.Θ. κ. Σπύρου Ντάφη (1976) και στην διάρθρωση της βλάστησης της ΝΑ Ευρώπης κατά Horvat (1962).

Κατά μήκος της παραλιακής περιοχής της ευρύτερης περιοχής μελέτης και σε μία συνεχή λωρίδα μεταβαλλόμενου πλάτους αντιπροσωπεύεται η Ευμεσογειακή ζώνη βλάστησης (Quercetalia ilicis - παραλιακή λοφώδης υποορεινή περιοχή) που χωρίζεται από οικολογική και φυσιογνωμική άποψη σε δυο υποζώνες, το Oleo-Ceratonion (ξηρότερες και χαμηλότερες περιοχές) και το Quercion ilicis (υγρότερες και αμέσως υψηλότερες περιοχές).

Ο κεντρικός ορεινός όγκος κυριαρχείται από τα ψηλά δάση της Abies cephallonica και της Pinus nigra και εντάσσεται στην ζώνη των Ορεινών παραμεσογείων κωνοφόρων (ορεινή υποαλπική) και ειδικότερα στην υποζώνη Abietion cephallonicae και την άτυπη Pinion nigrae.

Η παραπάνω κατάταξη αντιστοιχεί ουσιαστικά και στα ομβροθερμικά διαγράμματα, που προκύπτουν από τα μετεωρολογικά δεδομένα του σταθμού στη Βαμβακού (1.000 μ. υψόμετρο) και του σταθμού στο Άστρος (παράκτιος).

Συνολικά η περιοχή μελέτης παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον όσον αφορά τη χλωρίδα και τους επί μέρους τύπους οικότοπου. Η πανίδα, λόγω της μακροχρόνιας παρουσίας του ανθρώπου και της εύκολης σχετικά πρόσβασης, ουσιαστικά δεν περιλαμβάνει ιδιαίτερα σπάνια ή απειλούμενα είδη σε σημαντικό αριθμό και χωρική συγκέντρωση.

       

Όσον αφορά την χλωρίδα, η περιοχή μελέτης χαρακτηρίζεται από μεγάλη οικολογική αξία. Μερικά από τα είδη και υποείδη της περιοχής είναι μοναδικά στον Ευρωπαϊκό χώρο, όπως τα τοπικά ενδημικά και ορισμένα σπάνια ασιατικά είδη (Juniperus drupacea, thalictrum orientale κ.λ.π.).

Συνολικά στην περιοχή έχουν καταγραφεί 276 είδη και υποείδη (χωρίς να υπάρχει ακόμα πλήρης καταγραφή) από τα οποία τα τοπικά ενδημικά του Πάρνωνα ανέρχονται σε 14 είδη και υποείδη, τα ενδημικά της Πελοποννήσου σε 24, τα ελληνικά ενδημικά σε 36 και τα σπάνια για την Ελλάδα και την Ευρώπη σε 10.

Όσον αφορά την πανίδα, αξιόλογη είναι η παρουσία 53 ειδών ορνιθοπανίδας του Παραρτήματος Ι της Κοινοτικής Οδηγίας 79/409 ενώ από την υπόλοιπη πανίδα, 6 είδη περιλαμβάνονται στο Παράρτημα ΙΙ της Κοινοτικής Οδηγίας 92/43, 24 είδη προστατεύονται με βάση την εθνική νομοθεσία, τις διεθνείς συμβάσεις ή περιλαμβάνονται στον Εθνικό Κόκκινο Κατάλογο και 18 είναι ενδημικά.

Γενικά, τα ενδημικά, απειλούμενα, σπάνια και προστατευόμενα είδη πανίδας κατανέμονται ως εξής: 12 είδη θηλαστικών, 2 είδη ιχθυοπανίδας, 19 είδη ερπετών, 5 είδη αμφιβίων και 22 είδη ασπόνδυλων.

Όσον αφορά τους τύπους οικοτόπων, υπάρχουν τρεις τύποι οικοτόπων προτεραιότητας (Δάση Μαύρης Πεύκης, Δάση Μηλόκεδρου και Δάση Δενδρόκεδρου) από τους οποίους τα Δάση του Δενδρόκεδρου είναι μοναδικά στην Ευρώπη.

Επίσης, ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι οικότοποι των Δασών Καστανιάς, των απότομων πλαγιών, των Μεσογειακών ασβεστολιθικών γκρεμών, των νοτιοελληνικών γκρεμών, των αμμοθινών και των αλοφυτικών πεδίων.

 

Για την καλύτερη προσέγγιση η περιοχή μελέτης χωρίζεται στις κάτωθι ζώνες:

 

1. Αλπική - υποαλπική ζώνη (πάνω από τα 1.500 μ.)

 

2. Μικτά δάση στην ημιορεινή ζώνη και τα δάση κωνοφόρων στην ορεινή ζώνη (600-800-1500 μ.)

 

3. Θαμνώνες αείφυλλων-πλατύφυλλων (από τα 700 μ. μέχρι την ακτή). Στη ζώνη αυτή εντοπίζονται και οι καλλιέργειες είτε ως ενιαίες καλλιεργούμενες εκτάσεις στις χαμηλού υψομέτρου πεδινές περιοχές είτε ως πιο διάσπαρτες και

διακοπτόμενες μικτές καλλιέργειες στη λοφώδη και ημιορεινή ζώνη. 

 

4. Παράκτια ζώνη - υγρότοποι.

 

Αλπική - υποαλπική ζώνη (πάνω από τα 1.500 μ.)

 

Στην κύρια κορυφογραμμή του Πάρνωνα από την κορυφή Μεγάλη Τούρλα (1935 μ.) στα βόρεια μέχρι την κορυφή Προφήτης Ηλίας (1780 μ.) στα νότια εμφανίζονται τα περισσότερα ενδημικά είδη της χλωρίδας.

Η ζώνη αυτή δεν παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ως προς την υποστήριξη απειλούμενων ειδών της πανίδας. Από ορνιθολογική σκοπιά υπάρχουν λίγα είδη, η περιοχή παρουσιάζει όμως ενδιαφέρον εξαιτίας των ειδικά προσαρμοσθέντων ειδών. Έχουν καταγραφεί δυο είδη που περιλαμβάνονται στην Κοινοτική Οδηγία 79/409 

Μικτά δάση στην ημιορεινή ζώνη και τα δάση κωνοφόρων στην ορεινή ζώνη (600-800-1500 μ.)

Ο Πάρνωνας είναι η μοναδική περιοχή της Ευρώπης, που φυτρώνει το δενδρόκεδρο. Τα δάση του δενδρόκεδρου, έχουν μεγάλη οικολογική- επιστημονική αξία και προστατεύονται από την εθνική και την κοινοτική νομοθεσία.)

Η πανίδα παρουσιάζει αρκετό ενδιαφέρον και περιλαμβάνει (εκτός της ορνιθοπανίδας):                          

        

Είδη του παραρτήματος ΙΙ της Κοινοτικής Οδηγίας 92/43:

Θηλαστικά: Τρανορινόλοφος (Rhinolophus ferrum-equinum), Πυρρομυωτίδα (Myotis emarginatus).

Ερπετά και Αμφίβια: Κρασπεδοχελώνα (Testudo marginata), Σπιτόφιδο (Elaphe situla), Λαφιάτης (Elaphe quatuorlineata).

Είδη θηλαστικών του Εθνικού Κόκκινου Καταλόγου: Τσακάλι (Canis aureus), Δενδρομυωξός (Dryomys nitedula wingei).

Ενδημικά είδη:

Θηλαστικά: Αλεπού (Vulpes vulpes hellenica), Κρικοποντικός (Apodemus flavicollis dietzi).

Ερπετά: Πελοποννησιακή Γουστέρα (Podarcis peloponnesiaca), Κεφαλλονίτικο Κονάκι (Anguis cephallonicus) , Αιγαιόσαυρα (Podarcis erhardii livadiaca), Γραικόσαυρα (Lacerta graeca).nobilis, Poecilimon tesselatus, Platycleis parnon, Oropodisma

chelmosi, Chorthippus polloides, Armadilidium tripolitzense, Porcelionasutus, Dailognatha vicina, Cantharis dahlgreni.

    

Είδη που προστατεύονται βάσει διεθνών συμβάσεων:

Θηλαστικά: Λαγός (Lepus europaeus), Νυφίτσα (Mustela nivalis), Κουνάβι (Martes foina), Ασβός (Meles meles).

Ερπετά: Κυρτοδάκτυλος (Cyrtodactylus kotschyi bibroni), Σαπίτης (Malpolon monspessulanus), Οχιά (Vipera ammodytes), Οφιόμορος (Ophiomorus punctatissimus), Τρανόσαυρα (Lacerta trilineata), Δενδρογαλιά (Coluber gemonensis), Βακνόσαυρα

(Podarcis taurica ionica), Τοιχόσαυρα (Podarcis muralis albanica), Τυφλίτης (Ophisaurus apodus), Ασινόφιδο (Coronella austriaca), Κυβόφιδο (Natrix tessellata). 

Αμφίβια: Πρασινόφρυνος (Bufo viridis), Δενδροβάτραχος (Hyla arborea), Πηδοβάτραχος (Rana dalmatina), Γραικοβάτραχος (Rana graeca), Λιμνοβάτραχος (Rana ridibunda).

Ασπόνδυλα: Zerynthia polyxena.

  

Όσον αφορά την ορνιθοπανίδα, ξεχωρίζουν δυο υποζώνες, η ορεινή ζώνη των κωνοφόρων (υψόμετρο 800-1500 μ.) στην οποία έχουν καταγραφεί 18 είδη που περιλαμβάνονται στην Κοινοτική Οδηγία 79/409 και η ημιορεινή ζώνη των μικτών δασών (υψόμετρο: 600-800 μ.) στην οποία έχουν καταγραφεί 17 είδη που περιλαμβάνονται στην Κοινοτική Οδηγία 79/409.

Η ορεινή ζώνη των κωνοφόρων παρουσιάζει έντονο ορνιθολογικό ενδιαφέρον όχι τόσο ως προς την ποικιλότητα των ειδών όσο ως προς την πυκνότητα των πληθυσμών, ιδιαίτερα στρουθιόμορφων πουλιών. Πιο συγκεκριμένα, απαντώνται στα συνήθη δασικά είδη που απαντώνται και στην υπόλοιπη ηπειρωτική Ελλάδα, όμως πουσιάζουν οι περισσότεροι δρυοκολάπτες λόγω μάλλον της γεωγραφικής θέσης της περιοχής.

Όμως το σχετικά με άλλους Ελληνικούς ορεινούς όγκους ηπιότερο κλίμα του Πάρνωνα, η πλούσια δάσωση με ταυτόχρονη παρουσία Ελάτων και Μαυρόπευκων, η απουσία έντονων και μακράς διάρκειας χιονοπτώσεων, συντείνουν στη διατήρηση πολύ πυκνών πληθυσμών πουλιών, κυρίως στρουθιόμορφων, ακόμη και κατά την περίοδο της αναπαραγωγής, παρόλο που σε αυτήν την περίοδο οι πληθυσμοί αραιώνουν εξ αιτίας της συμπεριφοράς διεκδίκησης πεδίων επικράτειας. Από την άποψη της προστασίας, δεν αναγνωρίζονται ειδικές απειλές για τα απαντώμενα είδη.

Η ημιορεινή ζώνη μικτών δασών παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον τόσο ως προς την ποικιλία των ειδών όσο και ως προς την πυκνότητα των πληθυσμών τους. Πιο συγκεκριμένα εκεί απαντάται η μεγαλύτερη ποικιλία πουλιών σε σχέση με τα υπόλοιπα εξεταζόμενα ενδιαιτήματα. Και σε αυτή τη ζώνη δεν εντοπίζονται ειδικές απειλές για τα διάφορά είδη πουλιών. Πρέπει μάλιστα να σημειωθεί το γεγονός ότι σε αυτή τη ζώνη είναι χτισμένα αρκετά από τα χωριά του Πάρνωνα, περιβαλλόμενα κυριολεκτικά από το είδος αυτής της βλάστησης, αλλά και με παρεμβαλλόμενους μικρούς αγρούς κηπευτικών ή οπωροφόρων, δημιουργώντας έτσι μια έντονη μωσαϊκότητα ενδιαιτημάτων. Αυτός ο παράγων, καθώς και η ύπαρξη συνήθως ρεόντων υδάτων κοντά στα χωριά, δημιουργούν πολύ ευνοϊκές συνθήκες διαβίωσης και αναπαραγωγής δεκάδων ειδών πουλιών, έτσι ώστε γύρω από τέτοια χωριά να έχουν δημιουργηθεί κυριολεκτικά μικροί "ορνιθολογικοί παράδεισοι".

Στη ζώνη αυτή βρίσκεται και το σημαντικότερο τμήμα του Φαραγγιού του Λεωνιδίου- Ελώνης, στο οποίο παρατηρείται μεγαλύτερη συχνότητα παρουσίας βραχόφιλων ειδών της ορνιθοπανίδας, όπως ο Βραχοτσοπανάκος, η Κάργια, το Βραχοχελίδονο, η Ασπροκώλα, ο Γαλαζοκότσυφας και διάφορα αρπακτικά πουλιά όπως το Βραχοκιρκίνεζο που διατηρεί εκεί αρκετά αναπαραγόμενα ζευγάρια, η Γερακίνα, η Κουκουβάγια και ο Μπούφος. Επίσης είναι πολύ πιθανή η συχνή παρουσία ή και φώλιασμα του Πετρίτη και του Χρυσαετού.

Τέλος η ζώνη αυτή παρουσιάζει σημαντικό ενδιαφέρον όσον αφορά τη χλωρίδα της, η οποία αποτελεί και ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της. Οι σημαντικότερες περιοχές όσον αφορά σπάνια, απειλούμενα και ενδημικά είδη χλωρίδας είναι:

1. Η περιοχή γύρω από την Καστάνιτσα και μέσα στο χωριό.

2. Η περιοχή γύρω από τη Μονή Μαλεβής και κυρίως νότια του Μοναστηριού (συστάδα Juniperus drupacea).

3. Η περιοχή γύρω από τα χωριά Ορεινή Μελιγού και Άγιος Ιωάννης.

4. Η χαράδρα του Δαφνώνα (Λεωνιδίου) και η περιοχή της Μονής Ελώνης.

 

Λοφώδης - ημιορεινή ζώνη αείφυλλων-πλατύφυλλων

 Είναι η ζώνη που έχει επηρεαστεί εντονότερα από τον άνθρωπο και χαρακτηρίζεται από βοσκότοπους . Δεν παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον όσον αφορά σπάνια ή απειλούμενα είδη χλωρίδας και πανίδας ούτε όσον αφορά τα επί μέρους ενδιαιτήματα. Και σε αυτήν τη ζώνη πάντως, η ποικιλία των ειδών της ορνιθοπανίδας είναι αξιόλογη όπως και η πυκνότητα των πληθυσμών χωρίς όμως ν παρουσιάζει ιδιαίτερο ορνιθολογικό ενδιαφέρον συγκριτικά με άλλες περιοχές της χώρας.

Και σε αυτή τη ζώνη δεν εντοπίζονται ιδιαίτερες περιοχές με σημαίνουσα ορνιθολογική σημασία όπου πρέπει να ισχύσουν ειδικά μέτρα προστασίας - διαχείρισης.Οι συστηματικά καλλιεργούμενες περιοχές είναι σχετικά λίγες και όχι εκτενείς. 

Επίσης, σε μεγάλο ποσοστό της επιφάνειας τους καλύπτονται από ελαιώνες, οι καλλιέργειες είναι ως επί το πλείστον εκτατικές, χωρίς αξιόλογες δυνατότητες εντατικοποίησης τους και έτσι δε χρήζουν εφαρμογής ιδιαίτερων μέτρων γι' αυτή καθαυτή την προστασία-διατήρηση της ορνιθοπανίδας. 

 

Παράκτια ζώνη - Υγρότοποι

     

Εδώ περιλαμβάνονται ο υγρότοπος της λίμνης Μουστού, οι μικροί υγρότοποι βόρεια του Μουστού, οι μικροί υγρότοποι νότια του Μουστού και ο υγρότοπος του κόλπου Φωκιανού. Από τους υγρότοπους αυτούς ιδιαίτερη σημασία έχει ο υγρότοπος της λίμνης Μουστού.

Για τον υγρότοπο του Μουστού, θα πρέπει να σημειωθεί κατ' αρχήν το ότι αν και είναι σχετικά μικρός (έχουν απομείνει 1600 περίπου στρέμματα), εν τούτοις περιλαμβάνει μεγάλη ποικιλία επιμέρους υγροτοπικών ενδιαιτημάτων, όπως π.χ. λιμνοπηγή, ρυάκια-κανάλια, αλμυρόβαλτους με αλμυρίκια ή με βούρλα ή με χαμηλά αλόφυτα, γλυκόβαλτο με καλαμώνα και μαχαιρίδια, διαβαθμίσεις βάλτων, λασποτόπια και αμμουδερές ακτές. Έτσι και η ποικιλία των ειδών που απαντώνται σ' αυτόν είναι αξιόλογη.

Η περιβάλλουσα βλάστηση συντίθεται κυρίως από φρύγανα, συστάδες με αλμυρίκια και ελαιώνες.

  

Βόρεια και Νότια της λίμνης Μουστού υπάρχουν μικρότερες λίμνες και αλμυρόβαλτοι, ενώ στα Δυτικά ο λόφος Σοποτός (387 μ.) αποτελεί το φυσικό όριο της λίμνης. Παράλληλα με τη λίμνη βρίσκεται η παράκτια ζώνη από την οποία χωρίζεται με αμμοθίνες.

Η μικρότερη λίμνη Χερονησσίου έκτασης 20 περίπου στρεμμάτων, δεύτερη σε έκταση μετά τον Μουστό σχηματίζεται από τα νερά της πηγής που αναβλύζουν από τις παρυφές του ομώνυμου λόφου και επικοινωνεί απ' ευθείας με τη θάλασσα. 

Από τα είδη της πανίδας η κρασπεδοχελώνα (Testudo marginata), το ψάρι Ζαχαριάς (Aphanius fasciatus) και το σπιτόφιδο Elaphe situla αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ της Κοινοτικής Οδηγίας 92/43. Άλλα σημαντικά είδη είναι ο φρύνος Bufo viridis και η σαύρα Ophiomorus punctatissimus τα οποία και προστατεύονται από τη συνθήκη της Βέρνης και την Ελληνική νομοθεσία (προεδρικό διάταγμα 67/1981) και η Σακοράφα (Syngnathus abaster). Επίσης αξίζει να σημειωθεί και η παρουσία του ενδημικού ασπόνδυλου Cantharis dahlgreni.Στην ορνιθοπανίδα έχουν καταγραφεί 33 είδη που περιλαμβάνονται στην Κοινοτική Οδηγία 79/409.